Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Ωδή στους Έλληνες, τους μαρτυρήσαντες στη Σκυθόπολη, το μέγα χριστιανικό σφαγείο.

Μπήκα στου όφεως την φωλιά,
Μεσ’ στής ερήμου την φωτιά,
Στου υβριστή θεού και ηγέτη την καρδιά,
Που ο δόλος ατιμάζει!
Και οι τάφοι εκεί στα σκοτεινά – που Ήλιος ποτέ δεν ανατέλλει!
Αμπαρωμένοι σφαλιστά
Στις πύρινες γλώσσες του φονιά!
Λίθοι μουγκοί κυκλώπεια σκαλιά!
Κάτω οδηγούν, στης γης τα άγια άδυτα!
Σιωπή δακρύων, οι τάφοι κολοσσοί,
Φαντάσματα αμυδρά μέσα, ωκεανοί!
Με το σπαθί ζωσμένα απο την μιά, δριμύ!
Την δάδα του Απόλλωνα απότην άλλη, επτάπτυχη!
Τον ήλιο σφράγισμα μεσ’ στην ψυχή,
Και τύμπανο κορύβαντος πολεμιστή-φύλακα πάνω στην καρδιά!
Ψάχνω μέσα στα μπαούλα του φονιά,
Να βρώ του γένους την φωτιά – δάδα προμήθεια,
Κειμήλια Ελλήνων ιερά!
Κλειδιά χαμένα!
Πίνω της λήθης τα αλμυρά νερά- δάκρυα αιώνων σκοτεινών
Στο αίμα των Ελλήνων ποτισμένων,
Και βρίσκω εκεί θαμμένα τα κλειδιά,
Μέσα στα βιβλία τα παλιά – τόμους χρυσούς!
Στην μούχλα σκεπασμένους!
Βιβλία σωροί, σωροί πολλοί στις στάχτες σωριασμένοι,
Βορά σκωλήκων, στίχοι ιεροί!
Απάριθμες αθάνατες φωνές!
Αόρατες βαθιές πληγές
Μεσ’ στα πυρά χαμένες!
Στοίβες ανάριθμων βιβλίων πιά καμένες,
Από δειλές καρδιές στου Ιορδάνη τα νερά
Και στης ερήμου την φωτιά,
Στον φθόνο και στο μίσος βαφτισμένες!
Μα ραγισμένη την καρδιά,
Μάτια με δάκρυα ματωμένα,
Τα παίρνω, ένα ένα τρυφερά,
Απ’την φθορά που εκάθονταν αιώνες ξεχασμένα,
Βιβλία πληγές, βιβλία του γένους ρημαγμένα!
Αξέχαστες Ελληνικές ψυχές!
Βιβλία αγαπημένα!
Στα δάχτυλα μου επτάχρυσες χορδές!
Στα μάτια μου Ομηρικές αυγές!
Κάθε γραμμή που εδιάβαζα,
Άνοιγε και ένας τάφος,
Και μέσα του έβλεπα εμέ!
Σώμα χωρίς την κεφαλή,
Αρχαίο ναό χωρίς σκεπή!
Σώμα ακρωτηριασμένο,
Τ’Απόλλωνα κίονα κομματασμένο,
Άγαλμα θεικό,
Σπασμένο, Δωδώνης σύμβολο θρυμματιασμένο!
Σώμα γδαρμένο ελεεινά,
Βασάνων μνήμα βιασμένο,
Ξεγύμνωτος βωμός-παρθένα ιερά!
Όλα, μα όλα, ερήμου βλαστημιά!
Παιδιά, παιδιά, πολλά παιδιά,
Γυαλιά σπασμένα,
Αγνοί καρποί,
Λαμπάδες των ιερών!
Άνθη, στην έρημο του Μωησή καμένα,
Του Σύμπαντος αγέλαστα παιδιά – Ελλήνων παίδες όμορφοι,
Αστέρια παγωμένα!
Πλήθη γονιών-ανδρών,
Καλών σωφρόνων γυναικών,
Ήλιοι κι’αυτοί θρυμματισμένοι,
Στο μέτωπο τους βλήμα ο άθεος σταυρός,
Τάματα όλοι τους εις της ερήμου την οργή,
Εις την αγάπη του σωτήρος καταδικασμένοι,
Στους κόκκινους τους ποταμούς,
Το αίμα τους χύνεται σπονδή,
Ο φθονερός θεός τους να το πιή!
Αγνός βρωτός,
Βέβηλων ορνέων σφαγή,
Έρημα τα πανάρχαια Ελλήνων τα τεμένη!
Έτρεμες σαν λαφίνα στα βάθη μου, ψυχή,
Μικρή αυγή, στο έλεος του θηρευτή σου – θύμα παρθένα Αρτέμιδα – αθώα ορμή!
Και οι κραυγές σου – γίγαντες λυγμοί – τιτάνιες βροντές,
Του παλλομένου αιθέρος ετάραξαν την σιγήν-του Σύμπαντος την παμμήτηρα-αθάνατη Ευρυνόμη!
Ξεσκίσθηκαν τα λοίσθια,
Της λήθης τα δεσμά,
Ιμάτια πορφυρά!
Ανοίγοντας ολύμπια πληγή κατάκαρδα,
Στου Σύμπαντος την αύρα-θεία μνήμη,
Ψυχή μου, έρμη Μνημοσύνη!
Και δόνησαν την άρρητη αρχή,
Να’ρθή ασπίδα σου – φως ιλαρόν – Ω! Νέμεση θεά – σφόδρα δικαιοσύνη!
Κατέβαινα, κατέβαινα, βαθύτερα στα έγκατα της Γής,
Μορφή χλωμή, έρημη ύπαρξη και βιασμένη,
Σαν λυγαριά σπασμένη.
Και κάτω εκεί, στα άδυτα της Γής,
Όπου του Ηφαίστου η φωτιά, Καβείρια βροχή – Τιτάνα φοβερή – μάτι αιώνια ανοιχτό,
Όνειρο τρομερό πάνω στην ώρα γνέθει – της καταιγίδας κεραυνό,
Του Ήλιου όραμα κρυφό,
Του Απόλλωνος βέλος χωλό – σφοδρός ιός ώναξ νεκρός,
Κάτω να πέση!
Η αμαρτία του φονιά – ελεεινή τροφή – στον τάρταρο την άρπυια να θρέψη!
Έλληνας γηγενής ελεύθερος - το φως στη Γή πάλι να επιστρέψη!
Εκεί που οι τάφοι τέλειωσαν,
Άκουσα μία φωνή.
Βαρεία φωνή,
Και θλιβερή,
Της Γαίας θεάς ηφαίστεια βοή:
<<ψυχή που έζησες στους δρόμους των δακρύων,
των διώξεων, των βασανιστηρίων,
αιώνιες ζωές!
Παιδί μου, σπλάχνο μου!
Στον δρόμο των δακρύων, πάλι γιατί βάδισες;
Τους τάφους διώξεων και βασανιστηρίων γιατί άνοιξες;
Ω! Τι ζητάς εδώ αέναη ψυχή,
Μέσα στα σπλάχνα μου τα αιματοκυλισμένα;
Ω! Τρισκαταραμένη εγώ – μήτηρ θεά!
Γιά πάντα να θρηνώ τα ηλιόθρεφτα παιδιά μου τα χαμένα!
Στους κόρφους μου πληγές αιώνια να κρατώ,
Ψυχές αμέτρητες, ψυχές αδικημένες!
Μην έχοντας της λήθης το νερό – καημός μου αμάραντος, να τις παρηγορώ!
Ω! Τι ζητάς εδώ αέναη ψυχή,
Κόρη της Δήμητρας, παρθένε,
Όπου θρηνούν ωσάν και σέ,
Αδελφικές ψυχές, αμέτρητες, αδικημένες!
Γυρεύεις τι; αέναη ψυχή!
Σαν Περσεφόνη έρχεσαι,
Χλωμή μορφή,
Της Δήμητρας θεάς,
Κόρη σεμνή,
Γυρεύεις τι; της μίλησα με αναφυλλητά!
Πνοή σου είμαι,
Γαία θεά – παμμήτηρα, δημιουργέ γλυκειά,
Τέκνο Ελλήνων ειμί το αρχαίο!
Στο φώς ζητώ πάλι να δώ,
Μητέρα γόνο, κι αδερφό,
Μνηστήρα, δάσκαλο και ιερέα!
Το γένος των Ελλήνων σου ζητώ,
Της λήθης σου έφερα νερό,
Μητρίδα Γαία!>>
Ανέβα αέναη ψυχή,
Τον Γολγοθά, που σ’ έφερε εδώ κάτω,
Ανέβα πάλι, μην αργείς!
Να! Πάρε ασπίδα την φωτιά – ηφαίστειο της θεικής μου οργής,
Που καίει στα σωθικά μου!
Πάρε για δόρυ τον σεισμό – ακόντιο δριμύστην αχανή ματιά μου,
Πάρε για δύναμη τους χτύπους της καρδιάς μου,
Όπου δονεί αέναη η δική μου αρχή!
Πάρε τα δάκρυα μου,
Που θάλασσες γίνονται ζωής!
Αθάνατο νερό να πιής!
Ελλήνων θρέμμα,
Γενναία ατρόμητη μορφή!
Σαν λέαινα πήγαινε στην μάχη να ριχτής!
Στου Έλληνα τον Γολγοθά,
Τον οφιώδη υβριστή,
Γιά πόλεμο έτοιμο θα βρής!
Μόνη εσύ, του Σύμπαντος ορμή!
Πολλοί αυτοί σ’ένα κορμί!
Κοίτα μ’ορθάνοιχτη ψυχή – φάρος στα μάτια σου η μνημοσύνη!
Εκεί στο σκότος του φονιά,
Το γένος των Ελλήνων,
Που ζητάς, θα βρής!>>
Φωτιά σφοδρή άναψε μεσ’στην καρδιά,
Την Γαία φίλησα γλυκά,
Και ανέβηκα τον Γολγοθά,
Άφοβη λέαινα,
Μέσα στου όφεως την φωλιά.
Και εις το σκότος το βαθύ,
Σάλεμα άκουσα στών τάφων μέσα την σιγή!
Σαν Ήλιος έλαμψε η θεία Μνημοσύνη – μια οπτασία αίνιγμα,
Που ετάραξε τα στήθη μου βαθιά!
Καθώς μπροστά μου εκεί,
Μέσα στού λάκκου το βαθύ γρανίτη μαύρο και υγρό,
Χώμα χωρίς χορτάρι,
Γέροι πανάρχαιοι εστέκοντο,
Δώδεκα, το πολύ,
Αδύναμη πνοή ηρωική,
Ο εις δίπλα στον άλλον!
Της Σίβυλλας κραυγή κάθε ψυχή!
Αιώνιοι στα γηρατειά,
Στήθη ταλαίπωρα και μαραμένα,
Χωρίς φωνή!
Κοιτώντας με
Με μάτια πονεμένα!
Μάτια, βαθιά στις κόγχες τραβηγμένα,
Κάτω από γυάλινα νερά – δάκρυα αιώνων ξεχασμένα!
Ήλιοι θολοί στης νύχτας τ’ άπειρο,
Όνειρα παγωμένα!
Και μπρός στα στήθη τους γυμνά,
Απο το γήρας ξεραμένα,
Κοντά εις την καρδιά,
Καθείς κρατούσε νεογνό, σε άσπρη πάνα τυλιγμένο,
Άστρο αγνό, όνειρο φαεινό,
Και αραχνιασμένο!
Και τα μωρά ησυχάζανε,
Σαν Ήλιοι σε δεσμά,
Και μήτε σάλευαν αυτά,
Μήτε οι γέροντες που τα κρατούσαν,
Και όλοι τους με κοίταζαν,
Σαν κάτι να ζητούσαν!
Οι γέρικοι οφθαλμοί σαν σίβυλλες πληγές,
Λες και πενθοφορούσαν!
Και είδα μεσ’ στα μάτια τους τα τεθλιμμένα εσέ πατρίδα μου γλυκειά,
Έρημη Ελλήνων γενεά – μητέρα γόνο και αδερφό,
Μνηστή, διδάσκαλο, και ιερέα – το γένος των Ελλήνων,
Που ζητούσα, είχα βρεί,
Και εννόησα την μαρτυρία τους,
Την σιωπηλή – πώς, λίγοι ήταν πιά αυτοί,
Πρόγονοι ξεχασμένοι!
Σβησμένη η Ιστορία τους,
Και περιγελασμένη!
Το φως που τους εγέννησε,
Σπίθα σχεδόν σβησμένη!
Ελλάδα μου, πατρίδα μου σε θάνατο ταγμένη,
Φωνή βουβή, προγόνων θήκες,
Προδομένη!
Πόσο σ’ αγαπώ!
Να αμυνθώ ωρκίσθηκα
Την άγια Μνημοσύνη,
Και στα αιώνια γηρατειά τους,
Τους νόμους τους πανάρχαιους,
Την αίγλη, την φωτιά τους!
Και στα μικρά που λούφαζαν στα στήθη τα γυμνά τους,
Στα βρέφη τα αγέννητα,
Την μέλλουσα γεννιά τους.
Ωρκίσθηκα να αμυνθώ!
<<Νέων τε πατρώων έθη εθηκάς τε προγόνων – νυν υπέρ πάντων ο αγών!>>
Στα μέσα της σπηλιάς,
Ο όφις μπήκε ξαφνικά,
Ντυμένος μεσ’ στα μαύρα,
Φθόνος βρυχωμένος, ανθρώπινη μορφή,
Μα και σκιά συνάμα!
Παίρνω ασπίδα την φωτιά – ηφαίστειο της Γαίας!
Παίρνω το δόρυ το μακρύ – σεισμό της Γης δριμύ!
Παίρνω τους χτύπους της καρδιάς της – την παντοδύναμη κραυγή!
Και αφ’ έλουσα την κεφαλή στα δάκρυα της – θάλασσα αλμυρή – αθάνατη ζωή!
Σαν λέαινα ώρμησα στην μάχη την σκληρή,
Το γένος των Ελλήνων ν’ αμυνθώ!
Ελλάδα μου, πατρίδα μου,
Εσέ να ξαναδώ,
Γένος πανέμορφο,
Θεών καμάρι!
Ήλιο λαμπρό και πάλι!
Ελλάδα μου, πατρίδα μου!
Πόσο σ’ αγαπώ! Ανάποδα εγύρισε ο ντουνιάς!
Στου Ήλιου τ’ όραμα κρυφό – τ’ αστέρια σπεύσανε κάτω να’ρθούνε,
Στην μάχη Σύμπαντος πολεμιστές να μπούνε!
Η καταιγίδα κεραυνός πίσω στην Γή!
Μάρτυρες αυτοί, και οπλαρχηγοί!
Και η Γαία – Τιτάνα φοβερή – μάτια αιώνια ανοιχτό,
Διάπλατα άνοιξε τα σωθικά της,
Και του Ηφαίστου η φωτιά – καβείρια βροχή – από τα άδυτα της Γης
Έμπηξε μέσα στην σπηλιά,
Σαν μούγκρισμα, βρασμός, φωτιά!
Και ήτανε η μάχη τρομερή,
Οι Κάβειροι στο πλάι μου,
Κι ο Ήλιος κι η βροντή!
Ουράνιοι οδηγοί!
Με το σπαθί δριμύ,
Πληγές του άνοιγα του υβριστή,
Πολλές, κι απανωτές,
Και μάτωνε μαζί μ’ αυτόν και το δικό μου το κορμί!
Απ’ το δικό μου το σπαθί θυσία γινόμουν ιερή!
Εκάς βέβηλε! Εκάς! Εφώναξα με ορμή!
Και τον σημάδεψα βλήμα μοιραίο,
Πάνω στην κεφαλή, με του Απόλλωνος βέλος χωλό,
Σφοδρός ιός ώναξ νεκρός, κάτω να πέση!
Η αμαρτία του φονιά – ελεεινή τροφή – στον τάρταρο την άρπυια να θρέψη!
Και φώναξε με του θανάτου την στερνή φωνή,
Έρμαιο πιά της θείας δίκης,
Ο βέβηλος φονιάς: << και άλλοι έρχονται πολλοί ωσάν εμένα, πιό ισχυροί!
Κοίτα, είναι εδώ! Δεν θα ξεφύγης απ’ αυτούς,
Όπως εξέφυγες από εμένα! >> και έπειτα χάθηκε,
Μέσα στον τάρταρο – στα άδυτα τηςΓής,
Όπου του Ηφαίστου η φωτιά – καβείρια βροχή – Τιτάνα φοβερή – μάτι αιώνια ανοιχτό
Όνειρο τρομερό πάνω στην ώρα γνέθει της καταιγίδας κεραυνό,
Του Ηλίου όραμα κρυφό, του Απόλλωνος βέλος χωλό!
Και έπειτα έπεσε σιγή!
Σαν όνειρο γλυκό, ωσάν στοργή!
Κάτω στο έδαφος εγώ!
Σίβυλλα πληγωμένη,
Πλημμύρα μέσα στο αίμα!
Αδύναμη να σηκωθώ,
Κοίταξα γύρω μου να δώ!
Μα ο εχθρός, που μού ‘λεγε ο υβριστής – η δόλια του γεννιά – δεν ήταν πουθενά!
Η πάλη ετέλειωσε παντοτινά!
Κοίταξα προς τους γέροντες – αρχαίοι πρόγονοι μου!
Και τα λευκά τους νεογνά – το μέλλον μου λαμπρό!
Ελλάδα μου, πατριδα μου,
Πόσο σ’αγαπώ!
Για σας πολέμησα:
Για σας πονώ!
Και τους μιλώ!
Του Ήλιου τ’ όραμα κρυφό!
Πυθία ελεύθερη!
Τον πύθιο χρησμό: <<μέσα σε σας θα ξαναγεννηθώ!
Ω! Γέροντα – Έλληνε γόνε!
Εσύ και πάλι η ψυχή μου!
Ω! Βρέφος πάνλευκο αγνό – εσύ το νέο το κορμί μου!>>
Με ομίχλη έλουσαν τα μάτια μου,
Τα δάκρυα της Γης – τ’ αθάνατο νερό – που θάλασσες γίνονται ζωής!
Η Νέμεση θεά – σφόδρα δικαοσύνη!
Ασπίδα μου – φως ιλαρόν και λυτρωτής!

Προμηθέα

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2008

Κοινωνία της υποταγής

ο άνθρωπος του σήμερα, με το δεδομένο εκπαιδευτικό κατεστημένο, και το θρησκευτικό βάρος, δύσκολα θα σπάσει τα δεσμά της αιιχμαλωσίας στην άγνοια και στην υποταγή. Αυτοί οι άνθρωποι γεννιούνται και εκπαιδεύονται να είναι πειθίνια όργανα του συστήματος και της αρρωστημένης κοινωνίας. Εγώ δεν ευελπιστώ εκτός κι'αν γίνουν ριζικές αλλάγές και καινοτομίες.